«Διαπολιτισμοί». Θεωρία και Πράξη του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), (Εφημερίδα, Εφημερίδα του ΕΕΤΕ, Ιανουάριος 2005)
Μιχάλης Παπαδάκης, γλύπτης
Πρόεδρος του Ε.Ε.Τ.Ε.
Μέλος του Δ.Σ. του Ε.Μ.Σ.Τ.
«ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ»
Θεωρία και Πράξη του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (Ε.Μ.Σ.Τ.)
Η υπαίθρια έκθεση «Athens by art», που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, σχολιάστηκε πολύ θετικά από τον Τύπο –αν και χωρίς ενθουσιασμό, είναι αλήθεια. Όμως, τα κατ’ ιδίαν σχόλια πολλών παραγόντων που συμμετείχαν στη διοργάνωση της έκθεσης –τυχαίνει να γνωρίζω κάποια από “πρώτο χέρι”–, όχι μόνο δεν ήταν θετικά, αλλά λίγο πολύ την αντιμετώπισαν ως τραυματική εμπειρία που θα προτιμούσαν να ξεχάσουν.
Ήταν ακόμα ανοιχτές οι πληγές του OUTLOOK και το «Athens by art» ήταν σαν να τις “έξυνε”. Έτσι, όταν τρίτωσε το κακό με την έκθεση «Διαπολιτισμοί» του Ε.Μ.Σ.Τ., σαν από κοινή συμφωνία πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από το δημόσιο λόγο και το ευρύ κοινό.
Δύο είναι τα μεγάλα ζητήματα που προκύπτουν απ’ αυτές τις εκθέσεις –λόγω και του μεγέθους τους, αλλά και του δημόσιου χαρακτήρα της χρηματοδότησής τους.
Α. Πώς προσδιορίζουν την έννοια της Σύγχρονης Τέχνης; Αντί αυτό να το κάνουν μέσα από μια ανοιχτή, προς όλα τα ρεύματα, προσέγγιση στη σύγχρονη (χρονικά) καλλιτεχνική δημιουργία, επιλέγουν την προβολή μίας και μόνο συγκεκριμένης κατεύθυνσης –αυτήν της εικονογράφησης (illustration) μιας ιδέας– από την οποία απουσιάζει η αισθητική πρόταση που είναι το περιεχόμενο της Τέχνης.
Β. Ποιες είναι οι διαδικασίες που έχει επιλέξει η Πολιτεία προκειμένου να προάγει τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία και να την προβάλλει στο ευρύ κοινό; Αντί να στηρίζεται στους θεσμικούς φορείς του χώρου, αναθέτει σε πρόσωπα –επιμελητές ή διευθυντές– τη διαχείριση δημόσιου χρήματος γι’ αυτό το σκοπό.
Αυτά τα δύο ζητήματα ήταν ανέκαθεν ανοιχτά “πάνω στο τραπέζι”. Τώρα όμως έχουν ιδιαίτερη σημασία, προκειμένου να διαμορφωθεί ο χαρακτήρας και ο προσανατολισμός του Ε.Μ.Σ.Τ.
Το Μουσείο ή θα γίνει ίδρυμα αυστηρά επιστημονικό, κι ως εκ τούτου ανοιχτό, με συλλογικές προσεγγίσεις, με “έδρα-εφαλτήριο” το εικαστικό γίγνεσθαι της χώρας μας, κι έτσι με ανεξάρτητη παρουσία στο χώρο της παγκόσμιας Τέχνης, ή θα είναι άλλο ένα franchise κατάστημα κάποιου από τα μεγάλα διεθνή κέντρα της αγοράς, όπου βέβαια ο manager-διευθυντής παίζει τον κύριο ρόλο.
Η ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΩΝ «ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ»
Οι «Διαπολιτισμοί» είναι η κορυφαία πράξη στη σύντομη ιστορία του Ε.Μ.Σ.Τ. Πώς διαχειρίζονται το πρώτο ερώτημα;
H έκθεση παρουσιάζει 17 μεγάλα έργα 17 καλλιτεχνών.
Τα 17 έργα χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: τα πέντε ανήκουν στην κατηγορία των video-φωτογραφιών, και τα άλλα 12 στην κατηγορία των εγκαταστάσεων έτοιμων αντικειμένων (ready-made) και design-κατασκευών.
Γράφει η κυρία Καφέτση στο κείμενο του καταλόγου που προλογίζει την έκθεση: «… ανιχνεύουμε μεθόδους, πρακτικές και μορφώματα που ελέγχουν, αμφισβητούν ή επιχειρούν κριτικές υπερβάσεις των οικονομικο-πολιτικών ορίων της παγκοσμιοποίησης, [της μονοδιάστατης οικουμενικότητας,] αναδεικνύοντας την άλλη όψη [του αντίπαλου διεθνισμού]. Θεμελιακή από την άποψη αυτή αποδεικνύεται η μεταμοντέρνα έννοια της πολυπολιτισμικότητας, που παραπέμπει στις άλλες, μη ευρωπαϊκές κουλτούρες, και στη συνύπαρξη διαφορετικών, αξιολογικά ισότιμων πολιτισμών, ανοίγοντας το δρόμο σε μια επαναθεώρηση του προηγούμενου δυτικοκεντρισμού, αλλά και σε νέα καλλιτεχνικά μέτωπα».
Οι 17 καλλιτέχνες που παίρνουν μέρος είναι: δύο από τις Η.Π.Α., οχτώ από την Ευρώπη (μέσα σε αυτούς πέντε Έλληνες) και επτά καλλιτέχνες από πέντε χώρες (Νότια Κορέα, Νότια Αφρική, Λίβανο, Ιράν, Παλαιστίνη) ως «ισότιμοι πολιτισμοί» προς τα δυτικά κέντρα Η.Π.Α. και Ευρώπη...
Τόσο ισότιμοι θεωρούνται από τους «Διαπολιτισμούς» αυτοί οι πολιτισμοί, ώστε όλοι ανεξαιρέτως οι καλλιτέχνες που έχουν επιλεγεί να τους εκπροσωπήσουν, έχουν σπουδάσει, ζουν και εργάζονται μόνιμα, είτε στις Η.Π.Α., είτε στην Ευρώπη.
Οι κώδικες καλλιτεχνικής έκφρασης (Εικαστική Γλώσσα) που χρησιμοποιούν και οι 17 καλλιτέχνες είναι οι κώδικες που προωθούνται ως μόδα (ως Σύγχρονη Τέχνη) από τον «επαναθεωρημένο προηγούμενο δυτικοκεντρισμό».
«ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΥΠΕΡΒΑΣΕΙΣ…»
Τα θέματα με τα οποία καταπιάνονται οι 17 καλλιτέχνες ανήκουν σε δύο κατηγορίες, σ’ αυτήν του “φιλοσοφικού στοχασμού” και σ’ αυτήν που κάνει σχόλια κοινωνικού χαρακτήρα με «μήνυμα απλό χιλιοειπωμένο, αλλά ακόμα αναποτελεσματικό, όπως και ο τρόπος που μεταφέρεται, τετριμμένος τώρα πια», όπως επισημαίνει για το έργο του ο μεγαλύτερος σε ηλικία εκθέτης.
Αυτή η επισήμανση είναι πολύ εύστοχη για να χαρακτηρίσει κανείς όλα ανεξαιρέτως τα έργα της έκθεσης, και αυτά του “φιλοσοφικού στοχασμού”, με την πλέον καλοπροαίρετη προσέγγιση. Για του λόγου το αληθές, σταχυολογώ μερικά “μηνύματα” που οι ίδιοι οι καλλιτέχνες “στέλνουν” ως ουσία του έργου τους. Ένας καλλιτέχνης σημειώνει: «Η ιδέαθυμίζει αίθουσα δεισιδαιμονίας…, όλα αυτά διαφέρουν από χώρα σε χώρα, και επειδή το έργο το παρουσιάζω ως εικόνα, ευτυχώς δεν πιάνουν τα μάγια». («Η ιδέα θυμίζει…»!! Όχι το έργο!! Αυτό δεν είναι φραστικό λάθος. Συνήθως αλλού βρίσκεται ο καλλιτέχνης και η ιδέα του, και αλλού άλλος φτιάχνει το έργο.) Ένας άλλος γράφει: «Προσπαθώ να δημιουργήσω μια γενική ατμόσφαιρα αστικού-βιομηχανικού τοπίου σε κατάσταση πλήρους παρακμής, ή ένα χώρο που αναγεννιέται και επανέρχεται στη ζωή». Ένας άλλος: «Το έργο Μάνταλα: Ζώνη Μηδέν, είναι ηχητική εγκατάσταση μεικτών μέσων, στην οποία θιβετιανές, ισλαμικές και γρηγοριανές μελωδίες συνυφαίνονται για να υποδηλώσουν το ταξίδι προς τη φώτιση.» Άλλος: το έργο είναι «ενάντια στην εξασθένηση της μνήμης». Και λοιπές ανάλογες… σοφίες.
«Νεα καλλιτεχνικα μετωπα…»»
Στο εισαγωγικό κείμενο οι «Διαπολιτισμοί» αυτοπαρουσιάζονται ως «ο αντίπαλος διεθνισμός» που με «μεθόδους, πρακτικές και μορφώματα σε νέα καλλιτεχνικά μέτωπα» αντιπαλεύει τη «μονοδιάστατη οικουμενικότητα», την ισοπεδωτική κουλτούρα των μητροπολιτικών κέντρων της Δύσης από τη μία, αλλά «και τον κατακερματισμό σε περιχαρακωμένες ταυτότητες» από την άλλη, για «μια διαπολιτισμική ενότητα του κόσμου»... Ωστόσο, η έκθεση όχι μόνο παρουσιάζει καλλιτέχνες που όλοι τους προέρχονται ουσιαστικά από τα δυτικά κέντρα, αλλά και χρησιμοποιούν αποκλειστικά τους δύο τρόπους καλλιτεχνικής έκφρασης που προωθούνται από αυτά τα κέντρα: το γραμμικό σχέδιο-design και τις ready-made εγκαταστάσεις (αρχές της δεκαετίας του 1960) από τη μία, και τη video-art (αρχές της δεκαετίας του 1980) από την άλλη – θέλοντας να καταργήσουν το ελεύθερο σχέδιο και ό,τι απορρέει από αυτό, καθώς και την πλαστική του χρώματος και της φόρμας.
Παρενθετικά πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όταν εμφανίστηκε το ready-made (Ντυσάν 1913) και οι design-κατασκευές (Bauhaus 1919), και έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το πρώτο χρησιμοποιείτο ως ειρωνικό σχόλιο ενάντια στη ready-made κουλτούρα και το δεύτερο για τη δημιουργία ανθρωποκεντρικών εφαρμογών σε χρηστικά αντικείμενα. Σε ό,τι αφορά μάλιστα στο video,αυτό προωθείται ως “art” από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1980, με την εκρηκτική ανάπτυξη των ηλεκτρονικών μέσων (βλ. CNN). Το καλλιτεχνικό –art– παρελθόν του video βρίσκεται στον κινηματογράφο, όπως και το παρόν και το μέλλον του.
Οι ready-made εγκαταστάσεις, οι design-κατασκευές και το video είναι μορφές της εμπορευματοποιημένης Τέχνης. Εμπορευματοποιημένης, γιατί είναι τέχνη που διαμορφώνεται μέσα στα όρια των εκάστοτε τεχνολογικών δυνατοτήτων και που ως φυσική προέκταση-στόχο έχει την πολλαπλή αναπαραγωγή της.
Η Τέχνη λειτουργεί πάντα αδιαφορώντας για τα τεχνολογικά όρια των μέσων της δημιουργίας του έργου, κι όχι λίγες φορές δημιουργώντας τα δικά της μέσα. Αυτή είναι και η έννοια του Μοναδικού, το πραγματικά «νέο μέτωπο» στο επίπεδο των «μεθόδων και των πρακτικών».
Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ «ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ» ΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Η αγορά (το χρηματιστήριο) της Τέχνης, αφού επενδύσει μυθικά ποσά στα δικαιώματα πάνω στο Μοναδικό, ενδιαφέρεται να δώσει αξία στο αντίτυπο, προκειμένου να κάνει πιο γρήγορα την απόσβεση και να έχει τα επιδιωκόμενα κέρδη μέσα από την εμπορική του εκμετάλλευση (internet, offset αντίτυπα υπογεγραμμένα από τον καλλιτέχνη και άλλες αντίστοιχες πρακτικές).
Η αξία-τιμή των αντιτύπων ανεβαίνει αποφασιστικά και “δικαιολογείται”, όταν αυτά προβάλλονται και ως Μοναδικά. Έργα δηλαδή που τα πρωτότυπα δεν διαφέρουν σε τίποτα από τις κόπιες τους, μιας και για την υλοποίησή τους προϋπόθεση αποτελεί η διαμεσολάβηση των ίδιων τεχνικών διαδικασιών και μηχανημάτων που υλοποιούν και τη μαζική ανα-παραγωγή τους.
Στην “εποχή της κυριαρχίας της ηλεκτρονικής πληροφορίας” –την Εποχή που έχει επενδύσει τόσο πολλά χρήματα στα ηλεκτρονικά μέσα– και το έργο Τέχνης πρέπει και αυτό να υπηρετεί τα νέα μέσα, όπως διακηρύσσεται από πρόθυμους “θεωρητικούς”.
Αν και όλα αυτά φαίνεται ότι γίνονται –και γίνονται– για οικονομικούς λόγους, την ίδια στιγμή καλύπτουν –κρύβουν– την ειδοποιό διαφορά, το διακριτό χαρακτήρα, της εικαστικής δημιουργίας-έργου τέχνης (Μοναδικό) απέναντι στην τέχνη-προϊόν ατομικής κατανάλωσης ευρείας κλίμακας (αντίτυπα).
Η καλλιτεχνική δημιουργία, ως τέτοια, έχει διακριτό κοινωνικό χαρακτήρα, όπως και η επιστημονική έρευνα. Και όπως τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας δεν ταυτίζονται με τα καταναλωτικά προϊόντα της τεχνολογίας, κατά τον ίδιο τρόπο και στην καλλιτεχνική δημιουργία δεν μπορεί να ταυτίζεται το αποτέλεσμα-έργο τέχνης με τη μαζική αναπαραγωγή της εικόνας του (αντίτυπα, design εφαρμογές κ.ά.).
Μέσα στην ιστορική του διαδρομή, το έργο τέχνης ορίζεται ως η σύμπτωση-ταυτότητα του καθαρά ατομικού-προσωπικού με τις πλέον καθολικές έννοιες σ’ ένα υλικό αποτέλεσμα το οποίο είναι η έκφανση της ουσίας κάθε κοινωνικής δραστηριότητας.
Η Τέχνη δραστηριοποιεί το Όλο που περιέχεται στο επιμέρους (τον άνθρωπο ως μέρος του Όλου) και δίνει στο ατομικό (στην ατομική φαντασία) τη δύναμη να διαρρήξει τα στερεότυπα που αναφέρονται σ’ αυτό –όπως δηλαδή αντιλαμβάνεται το Όλο η συλλογική γνώση–, και έτσι να ανοίξει δρόμους για την επιστημονική σκέψη και, στη συνέχεια, τη συλλογική γνώση. Άλλωστε, εδώ βρίσκεται και το “επικίνδυνο-επαναστατικό στοιχείο” της Τέχνης, το απειλητικό για κάθε κοινωνική σύμβαση, και όχι στις ανούσιες, και γι’ αυτό προπαγανδιστικές, απεικονίσεις. Είναι ανούσιες, γιατί δεν καλλιεργούν ή εξελίσσουν τα “εργαλεία” της αισθητικής πρόσληψης του κόσμου, της Αισθητικής (ως περιεχόμενο της Τέχνης και ως επιστήμη) με την οποία ο άνθρωπος ταξινομεί και συνδυάζει τις αισθητηριακές του παραστάσεις.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ … ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ
«Νεότητα της Τέχνης», αποκαλεί ο κύριος Ζενάκος (ΒΗΜΑ 2/1/2005), που «δραστηριοποιείται στο θολό νοηματικό χώρο της σύγχρονης εικαστικής δημιουργίας…» έργα ανάλογα με αυτά των «Διαπολιτισμών», που κυκλοφορούν στη “πιάτσα” των γκαλερί. Παρεμπιπτόντως, δεν αναφέρει τους «Διαπολιτισμούς» και το «Athens by art» στις σημαντικές εκδηλώσεις του 2004. Η κυρία Καφέτση αποκαλεί αυτά τα έργα «υβρίδια» μιας νέας Τέχνης που αναδύεται, όπως υπονοεί στο κείμενό της.
Στους «Διαπολιτισμούς» ούτε «υβρίδια»μιας νέας Τέχνης βλέπουμε, ούτε «νεότητα», απλώς καταργείται η Εικαστική Γλώσσα όπως αυτή καθορίζεται ιστορικά ως η γλώσσα του ελεύθερου σχεδίου και της πλαστικής του χρώματος και της φόρμας, αυτής που δίνει την Υπόσταση στο έργο Τέχνης, και με “θεωρητικές” λαθροχειρίες αντικαθίσταται από τις εφαρμογές της στις design-χρηστικές ready-made φόρμες, αυτές που, αν και πριν από 90 χρόνια χρησιμοποιήθηκαν στην Τέχνη μόνον ως ειρωνικά σχόλια στη «μονοδιάστατη οικουμενικότητα», εδώ παρουσιάζονται ως τα «νέα καλλιτεχνικά μέτωπα» της εποχής μας!!!
Ο ακατάσχετος βερμπαλισμός είναι πλέον συστατικό στοιχείο του φερόμενου ως “έργο Τέχνης”, το οποίο από μόνο του δεν έχει κανένα περιεχόμενο, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να πείσει το κοινό να έρθει κοντά του. Το ειρωνικό είναι ότι αυτού του είδους η –ας πούμε– τέχνη, η τόσο φορτωμένη με λόγια προκειμένου να γίνει αντιληπτή, αποκαλείται μινιμαλιστική!!!
Στο δεύτερο ερώτημα, το οποίο βασικά απευθύνεται στην Πολιτεία και αφορά τον τρόπο με τον οποίο αυτή έχει επιλέξει για να οικοδομήσει τους θεσμούς του Πολιτισμού, θα πρέπει να απαντήσει, όχι μόνο η ίδια, αλλά και το Διοικητικό Συμβούλιο του Ε.Μ.Σ.Τ. σε ό,τι αφορά τις δικές του ευθύνες. Οψόμεθα…
Designed by Design-It